C-390 Millenium: Ποιο είναι το μεταγωγικό αεροσκάφος που «κλειδώνει» η Ελλάδα
Στην Πορτογαλία ο Νίκος Δένδιας. Στα «σκαριά» διακρατική συμφωνία για την απόκτηση τριών μεταγωγικών αεροσκαφών C-390 Millenium, ακόμη και εντός του 2027 η παράδοση του πρώτου.
Με φόντο την απόκτηση νέων μεταγωγικών αεροσκαφών για την Πολεμική Αεροπορία πραγματοποιείται σήμερα Πέμπτη (7/5) η επίσκεψη του Νίκου Δένδια στην Πορτογαλία, σε μια συγκυρία όπου οι σχετικές αποφάσεις φαίνεται να εισέρχονται στην τελική ευθεία.
Μάλιστα, στο πλαίσιο της επίσκεψής του, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας αναμένεται να επισκεφθεί και την 506η Μοίρα Αεροσκαφών της Πορτογαλικής Αεροπορίας, όπου εδρεύουν τα C-390 Millenium της Embraer, το μεταγωγικό αεροσκάφος που βρίσκεται στο επίκεντρο του ελληνικού ενδιαφέροντος.
Η Πολεμική Αεροπορία βρίσκεται πλέον ένα βήμα πιο κοντά στην επιλογή του επόμενου μεταφορικού της αεροσκάφους, με το βραζιλιάνικο C-390 να έχει αποκτήσει σαφές προβάδισμα. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, σχετική απόφαση έλαβε το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων (ΣΑΓΕ) σε συνεδρίασή του στα τέλη Απριλίου, ανοίγοντας τον δρόμο για τις τελικές κινήσεις.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το σχέδιο που βρίσκεται στο τραπέζι προβλέπει την απόκτηση τριών C-390 μέσω διακρατικής συμφωνίας με την Πορτογαλία. Πρόκειται για ένα σχήμα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αξιοποιεί το υφιστάμενο πορτογαλικό πρόγραμμα και συγκεκριμένα τα slots παραγωγής που έχουν δεσμευθεί στο εργοστάσιο της Embraer στη Βραζιλία.
Από τα δέκα slots που έχουν εξασφαλιστεί για την κατασκευή αντίστοιχων αεροσκαφών, τα τρία αναμένεται, με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης, να περάσουν στην Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο η Πολεμική Αεροπορία μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε γραμμή παραγωγής, χωρίς να περιμένει τα χρονοδιαγράμματα μιας νέας παραγγελίας από μηδενική βάση. Με λίγα λόγια, το βασικό πλεονέκτημα που φαίνεται να γέρνει την πλάστιγγα υπέρ του C-390 είναι η δυνατότητα ταχύτερης ένταξης σε υπηρεσία, καθώς σε μια περίοδο όπου η διαθεσιμότητα των υφιστάμενων μεταγωγικών αποτελεί διαρκή πρόκληση, ο χρόνος παράδοσης αποκτά κρίσιμη σημασία.
Χρόνος παράδοσης
Το πρώτο από τα τρία αεροσκάφη θα μπορούσε, εφόσον ολοκληρωθούν έγκαιρα οι διαδικασίες, να παραδοθεί στην Πολεμική Αεροπορία ακόμη και εντός του 2027. Η σύμβαση θα προβλέπει την απόκτηση τριών μεταφορικών αεροσκαφών, με option για επιπλέον C-390, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής ενίσχυσης του στόλου, εφόσον το επιτρέψουν οι επιχειρησιακές ανάγκες και οι δημοσιονομικές δυνατότητες.
Το συνολικό κόστος του πακέτου αναμένεται να αγγίξει περίπου τα 550 εκατομμύρια ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται η εκπαίδευση, η αρχική τεχνική υποστήριξη και ένα πλαίσιο υποστήριξης για τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Επιπλέον, η επιλογή της Πορτογαλίας ως «γέφυρα» για την απόκτηση των νέων μεταγωγικών δεν είναι τυχαία. Η Λισαβόνα, από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που επέλεξαν το συγκεκριμένο αεροσκάφος, διαθέτει ήδη επιχειρησιακή εμπειρία στον τύπο και έχει αναπτύξει υποδομές που μπορούν να υποστηρίξουν τη μετάβαση της ελληνικής πλευράς σε ότι αφορά την εκπαίδευση των πιλότων.
C-390: Το βραζιλιάνικο «πολυεργαλείο»
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, το C-390 εισάγει μια διαφορετική φιλοσοφία σε σχέση με τα παραδοσιακά μεταγωγικά αεροσκάφη.
Σε αντίθεση με τα περισσότερα μεταγωγικά της κατηγορίας του, το C-390 είναι δικινητήριο jet, γεγονός που του προσδίδει σημαντικά υψηλότερη ταχύτητα – φτάνοντας περίπου το Mach 0.8 – και επιτρέποντας ταχύτερη εκτέλεση αποστολών.
Με μέγιστη μεταφορική ικανότητα που αγγίζει τους 26 τόνους, μπορεί να μεταφέρει έως και 80 στρατιώτες ή 66 αλεξιπτωτιστές, καθώς και βαρέα οχήματα ή ελικόπτερα. Παράλληλα, η σχεδίασή του επιτρέπει επιχειρήσεις από «κοντούς» ή μη ασφαλτοστρωμένους διαδρόμους, καθιστώντας το ιδανικό σε δύσκολα περιβάλλοντα.
Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στον πολυλειτουργικό χαρακτήρα του αεροσκάφους. Μπορεί να εκτελέσει αποστολές μεταφοράς φορτίου και προσωπικού, αεροδιακομιδών (MEDEVAC), έρευνας και διάσωσης αλλά και εναέριου ανεφοδιασμού μέσω της έκδοσης KC-390. Μάλιστα, η μετάβαση από τον έναν ρόλο στον άλλο μπορεί να πραγματοποιηθεί σε λιγότερο από τρεις ώρες, προσφέροντας υψηλό βαθμό επιχειρησιακής ευελιξίας.
Στον τομέα της τεχνολογίας, το αεροσκάφος ενσωματώνει σύγχρονα συστήματα fly-by-wire, προηγμένα ηλεκτρονικά πτήσης και συστήματα αυτοπροστασίας, ενισχύοντας τόσο την ασφάλεια όσο και την αποτελεσματικότητα των αποστολών.
Το C-390 έχει ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον αρκετών χωρών, με την Πορτογαλία, την Ουγγαρία, την Ολλανδία, την Αυστρία και τη Σουηδία να συγκαταλέγονται μεταξύ των χρηστών ή πελατών του, ενώ η διεθνής του παρουσία διευρύνεται συνεχώς.
Μεταγωγικά αεροσκάφη και εξωτερική πολιτική
Ένα σύγχρονο και αξιόπιστο σύνολο μεταγωγικών αεροσκαφών δεν αποτελεί απλώς ένα επιχειρησιακό εργαλείο για τις Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και έναν κρίσιμο πολλαπλασιαστή ισχύος για τη διπλωματία. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με έντονη γεωπολιτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, η δυνατότητα ταχείας και ευέλικτης προβολής ισχύος αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Καταρχάς, τα σύγχρονα μεταγωγικά αεροσκάφη επιτρέπουν την άμεση ανταπόκριση σε ανθρωπιστικές κρίσεις και φυσικές καταστροφές. Η αποστολή βοήθειας με προσωπικό και η γρήγορη μεταφορά μεγάλου όγκου φορτίου σε απομακρυσμένες περιοχές, μπορεί να μεταφραστεί άμεσα σε διπλωματικό κεφάλαιο.
Παράλληλα, συμμετοχή σε διεθνείς αποστολές – είτε υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ είτε της Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έγκαιρη μετακίνηση προσωπικού και εξοπλισμού σε περιοχές ενδιαφέροντος ενισχύει τον ρόλο της χώρας ως παράγοντας σταθερότητας.
Επιπλέον, τα μεταγωγικά αεροσκάφη λειτουργούν ως εργαλείο ενίσχυσης διμερών σχέσεων. Κοινές ασκήσεις, στρατιωτική συνεργασία και υποστήριξη φίλιων κρατών καθίστανται πιο εφικτές όταν υπάρχει η δυνατότητα ταχείας μεταφοράς δυνάμεων.
Τέλος, σε περιπτώσεις κρίσεων – είτε πρόκειται για εκκένωση πολιτών από εμπόλεμες ζώνες είτε για την ταχεία ενίσχυση απομακρυσμένων περιοχών – η ύπαρξη σύγχρονων μεταγωγικών μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Συνολικά, ένας σύγχρονος στόλος μεταγωγικών αεροσκαφών δεν περιορίζεται στον στενό στρατιωτικό του ρόλο, αλλά αποτελεί βασικό εργαλείο άσκησης «ήπιας» αλλά και «σκληρής» - όποτε απαιτηθεί - ισχύος, καθώς προσφέρει ουσιαστική υποστήριξη στους στόχους της εξωτερικής πολιτικής.